home loans
home loans

Τελευταία σχόλια

editorial
αποθέωση της ύβρεως
όχι μόνο δεν τη...
17/08/10 10:52 Περισσότερα...
Από change_or_fade

τ.106 Η...
το έπος του '21, αγκάθι...
Αυτό το επαναστατικό...
17/08/10 10:36 Περισσότερα...
Από change_or_fade

τ.105 Σχέδιο...
Kallikratis = g'bye Greece as we know it
Μια τέτοια...
17/08/10 08:26 Περισσότερα...
Από change_or_fade

«Τούρκικος...
Θηρίο ο Ρετσέπ
Υπάρχει μια διάθεση...
11/08/10 12:05 Περισσότερα...
Από sapiens

Κοινωνική...
Πολιτισμος η PAX Americana ?
Δασκαλοι κ καθηγητες...
01/08/10 04:45 Περισσότερα...
Από χρυσοστομος

editorial
ηθικοι αυτουργοι με...
βρε Λιανα μου μετραω...
01/08/10 04:23 Περισσότερα...
Από χρυσοστομος

«Τούρκικος...
Από το 1957...
Βρήκα στη διεύθυνση...
28/07/10 16:08 Περισσότερα...
Από aeantian

τεύχος 109
Παραπομπή
Υπάρχει ένα λαμπρό...
29/06/10 20:47 Περισσότερα...
Από sapiens

editorial
Ηθικοί αυτουργοί
Δεν μπόρεσα να...
29/06/10 14:42 Περισσότερα...
Από sapiens

τεύχος 109
ΣΥΝΕΧΕΙΑ...
Αντ'αυτού άπαντες...
22/06/10 00:13 Περισσότερα...
Από ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ ΜΕΣΑ

Χρήστες Online

We have 26 guests online

Στατιστικά

Σήμερα : 104
Συνολικά : 55486
Σελίδες : 269750
Από : 29-05-2009
τ.87 Άρης Λεμπεσόπουλος: «Στις εκλογές, όταν έβλεπα τις κηφισιώτικες ρυπογόνες τζιπάρες με σοσιαλιστικές σημαίες, γελούσα...»
συντάκτης : Μίμης Τσακωνιάτης,

 

Από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς μας, ο Άρης Λεμπεσόπουλος μιλά για τη μαγκιά του Νεοέλληνα, πολιτικού και πολίτη και για όσα κάνουν την υποκριτική μια βαρετή ιστορία...

Η δουλειά του ηθοποιού στη χώρα μας έχει καταλήξει να είναι εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Χώρια από υποκριτικό ταλέντο και γερή κράση απαιτεί και ηράκλεια υπομονή, αν θέλει κανείς όχι μόνο να σταθεί όρθιος στο προσκήνιο από την πίεση που του ασκεί το πέρασμα του χρόνου αλλά και να παραμείνει αυθεντικός, αυτόφωτος. Μία τέτοια περίπτωση είναι και ο Άρης Λεμπεσόπουλος, ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, εσωστρεφής και αποστασιοποιημένος αρκετά από την τέχνη του, ώστε να τη βλέπει χωρίς ψιμύθια και γυαλιστερά φίλτρα σε όλη της την πολλές φορές τραγική διάσταση. Με πλούσια, δημιουργική πορεία στο θέατρο, άφθονη τηλεόραση και λιγοστό κινηματογράφο, ο 45χρονος ηθοποιός που κάποτε ο Δημήτρης Χορν αποκάλεσε «διάδοχό» του μας μιλάει με ειλικρίνεια και απλότητα για τις αγωνίες του, τις επιθυμίες του, την πολιτική, την ελληνική μιζέρια και το «σημείο φυγής» του. Στη νέα θεατρική σεζόν θα πρωταγωνιστήσει στο Κοκτέιλ Πάρτι του Τ.Σ. Έλιοτ, που θα ανέβει στο Θέατρο της Οδού Καπνοκοπτηρίου σε σκηνοθεσία της Βαρβάρας Μαυρομάτη. Ένα πολύ σημαντικό έργο, το οποίο παίχτηκε μόνο μία φορά στην Ελλάδα πριν από πολλά χρόνια και αναμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον.

Πότε συνειδητοποίησες ότι ήθελες να γίνεις ηθοποιός;

Η επιθυμία γεννήθηκε κάπου εκεί στην εφηβεία. Όταν πολλές φορές με ρωτούσαν γι’ αυτό παλαιότερα, καθώς είναι κλασική ερώτηση, απαντούσα στερεότυπα. Ωστόσο, πριν τέσσερα χρόνια, και έναν σχεδόν χρόνο πριν πεθάνει ο πατέρας μου, τον ρώτησε κάποια στιγμή η μάνα μου: «Δημήτρη, ένα από τα όνειρά σου δεν ήταν να γίνεις ηθοποιός;»  και εκείνος έμεινε σιωπηλός. Απλά κούνησε το κεφάλι του. Σκέφτηκα λοιπόν ότι τελικά έγινα κάτι που ίσως εκείνος ήθελε να γίνει. Δεν είναι καταπληκτικό; Γιατί καμιά φορά αναρωτιόμαστε τι μας οδηγεί σε κάτι;

Δεν το συζήτησες ποτέ μαζί του;


Ποτέ. Απλώς θυμάμαι που κούνησε το κεφάλι του. Σκέψου ότι μπορεί να ήταν ένα όνειρό του που μία ολόκληρη ζωή δεν το ξεστόμισε! Κάπου εκεί στα δεκάξι λοιπόν είπα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός και ήξερα ότι αυτό και μόνο θα κάνω, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες και τα προβλήματα αυτής της δουλειάς. Γιατί έπειτα από μία ηλικία στην Ελλάδα αρχίζουν τα αδιέξοδα. Έτσι, καταλαβαίνω γιατί κάποιοι από ένα σημείο και μετά όταν πατήσουν τα σαράντα θέλουν να βγάλουν λεφτά. Είναι απόλυτα κατανοητό. Καμιά φορά λέω ότι το πρωτάθλημα είναι λίγο ψιλοστημένο, καθώς υπάρχει μία αυλή που καθορίζει τα πράγματα. Έτσι, θέλει αντοχή και υπομονή. Και όταν καβατζάρεις τη δεκαετία στον χώρο, φεύγουν και τα χρόνια της υπομονής… Ευτυχώς όμως που υπάρχουν πολλά γήπεδα, δεν είναι μόνο το Καραϊσκάκη ή της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και έτσι υπάρχει για τον καθέναν μία θέση. Θυμάμαι που μας έλεγε η Αλέκα Κατσέλη: «Ελάτε μετά από δέκα χρόνια να μου πείτε πόσοι από σας είσαστε ακόμη στη σκηνή!». Για μένα είναι πραγματικά θέμα αντοχής.

Κάποιος φίλος ηθοποιός μού έλεγε τις προάλλες ότι στη θεατρική πράξη προτιμάει τις πρόβες, όπου και διαμορφώνεται το έργο, παρά τις παραστάσεις. Δεν είναι λίγο βαρετό να παίζεις κάθε βράδυ το ίδιο πράγμα;

Ναι, αυτή η επανάληψη είναι θανατηφόρα και αυτό συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, με την έννοια ότι ξεκινάς να παίζεις ένα έργο τον Οκτώβριο και τελειώνεις το Πάσχα. Έβλεπα πρόσφατα στο Εθνικό Θέατρο της Βιέννης το πρόγραμμα ενός έργου του Σαίξπηρ και είχε τέσσερις παραστάσεις τον μήνα Απρίλιο και δύο τον Μάιο. Δηλαδή σε δύο μήνες ο ηθοποιός θα έδινε έξι μόνο παραστάσεις και έτσι μπαίνει γρήγορα σε άλλο έργο. Εμείς εδώ κάνουμε και διπλές! Γι’ αυτό και το έργο Δεσποινίς Τζούλια το είχα σιχαθεί, καθώς ήταν να κατέβει τον Φλεβάρη και τελικά συνεχίστηκε μέχρι το Πάσχα. Το σιχάθηκα, σιχάθηκα τον εαυτό μου, την Ταμίλα Κουλίεβα, την πρόζα, τα πάντα. Δεν γίνεται έτσι. Εκτός αν έχεις έναν σκηνοθέτη ο οποίος είναι συνέχεια από κοντά, χωρίς να είναι τιμωρός, και τροφοδοτεί το έργο διαρκώς. Διαφορετικά είναι θανατηφόρο. Υπάρχουν ηθοποιοί που παίζουν κάθε βράδυ με τον ίδιο τρόπο! Χριστέ μου! Και μετά διαβάζω και κριτικές του στιλ «τι θεσπέσιοι και τι υπέροχοι ήταν!». Πώς μπορείς να παίζεις κάθε μέρα με τον ίδιο τρόπο από τον Οκτώβριο μέχρι τον Μάιο;;; Με το δάκρυ να κυλάει στο ίδιο σημείο και αυτό να θεωρείται επαγγελματισμός. Εγώ τρελαίνομαι. Αλλά αυτή είναι η συνθήκη του ηθοποιού στην Ελλάδα. Εκτός ότι μας θεωρούν και ψώνια. Στο εξωτερικό όμως αντιμετωπίζουν τους ηθοποιούς διαφορετικά. Τους κάνουν και βαρόνους. Ή λόρδους και σερ στην Αγγλία. Εκεί βλέπεις και την αληθινή θεατρική κουλτούρα, που εδώ απουσιάζει παντελώς. Δυστυχώς, όταν πρέπει να επιβιώσεις σ’ αυτό το επάγγελμα, γίνεται δύσκολο και πολλές φορές βάσανο. Εκτός αν μπορείς να επιλέγεις. Να μπορείς να είσαι σε ένα θέατρο που ξέρεις πως η παράσταση θα πάει για δύο μήνες. Πάντως η πρόβα, η γέννηση ενός πράγματος είναι πιο ενδιαφέρουσα. Η έκθεση προς το κοινό έχει άλλη δυσκολία. Για μένα έχει σημασία και ποιοι είναι οι άλλοι ηθοποιοί, γιατί ανάλογα με το ποιον έχεις απέναντί σου φτιάχνεται και ο ρόλος. Αλλά τα μεγάλα κείμενα μάς ξεπερνάνε όλους και συνεχίζουν την πορεία τους ερήμην εκείνων που τα έπαιξαν. Και δυστυχώς λέγεται ότι ο Στρίντμπεργκ σπάνια έχει ευτυχήσει. Αλλά αυτό ισχύει για όλους τους  μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς.

Πέρσι έπαιξες και στο θεατρικό έργο του Λεωνίδα Προυσαλίδη Επτά λογικές απαντήσεις…

Ναι, και όντας πιο ήρεμος, το είδα πιο γλυκά. Φέτος η Δεσποινίς Τζούλια με συνέτριψε, ενώ πέρσι είχα αγαπήσει το έργο και ήμουν καλά. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, μιλάω μέσα μου, γιατί στο πέρασμα του χρόνου ελάχιστα πράγματα θυμάμαι) και αν είναι κάτι, αυτό έχει να κάνει με τη διαδικασία. Δηλαδή αισθανόμουν και μία ελαφράδα μέσα μου και μία μικρή χαρά με την αίσθηση του παιχνιδιού. Ενώ εδώ είχα ένα βάρος.

Το έργο αυτό, όπως και σχεδόν όλων των νέων Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων, έχει θέμα την αποξένωση, τη μοναξιά, την κατάθλιψη, τα χαμένα όνειρα. Δεν είναι λίγο μίζερα όλα αυτά; Δεν θα έπρεπε να υπάρχει στη σύγχρονη ελληνική θεατρική ματιά και ένα ανοικτό παράθυρο προς μία νέα θεώρηση του κόσμου, ένα νέο όραμα; Γιατί να βλέπουμε συνέχεια τη μιζέρια των πραγμάτων, το κάρβουνο και όχι το διαμάντι;

Έχεις δίκιο. Θα σου αναφέρω μία φράση που μου είχε πει χρόνια πριν μία εξ αγχιστείας ξαδέλφη μου που ήταν μαύρη. «Εσείς οι Έλληνες έχετε ένα βάρος, μου θυμίζετε πολλές φορές εμάς τους μαύρους!» Απαντώ μ’ αυτό. Ο Έλληνας έχει ένα βάρος και περιστρέφεται συνεχώς γύρω από τέτοια μίζερα πράγματα. Το παρελθόν, τον μετανάστη, τον πρόσφυγα, τον απελπισμένο. Τι είναι αυτό; Δεν ξέρω πού οφείλεται. Έχεις πάντως δίκιο. Και οι Επτά λογικές απαντήσεις ήταν σκοτεινό έργο. Με τα ναρκωτικά και τα προσωπικά αδιέξοδα και στο τέλος τον ήρωα να αυτοκτονεί. Μπορεί να συνδέεται τελικά με το γεγονός ότι ο Νεοέλληνας μοιάζει σαν να αγωνίζεται να βρει το στίγμα του σε όλα τα πράγματα όντας σε μία άκρη, στο περιθώριο των σύγχρονων εξελίξεων και καθηλωμένος σε μία προγονολατρία που δεν έχει καμία σχέση με τους αρχαίους προγόνους του ως κουλτούρα. Σκέφτομαι ότι κάποτε στην Ελλάδα κατηγορούσαν τα γαλλικά βαλσάκια του Μεσοπολέμου. Και τώρα είναι στο προσκήνιο το σκυλάδικο, το μπουζούκι και η μαγκιά. Πώς άλλαξε από τον Μεσοπόλεμο και τον πόλεμο με τα γαλλικά βαλσάκια και τη Βέμπο και μέσα σε σαράντα-πενήντα χρόνια έγινε η κουλτούρα της Ιεράς Οδού το μπουζούκι; Και δεν μιλάω για το μπουζούκι του Χιώτη και του Χατζιδάκι, αλλά γι’ αυτό το πράγμα, το τσιφτετέλι. Είναι σαν να ψάχνουμε ένα στίγμα. Το ψάχναμε μία ζωή; Δεν ξέρω. Το ψάχνουν στο θέατρο, το αναζητούν οι συγγραφείς, οι πάντες ή μιμούμαστε τα ξένα καλλιτεχνικά ρεύματα με καθυστέρηση τουλάχιστον δέκα χρόνων. Αλλά τελικά είναι και αυτό το «καταραμένο» φως που έχει αυτός ο τόπος και είναι η σωτηρία του αλλά και το άλλοθί του. Είναι μοναδικό αυτό το φως. Στο εξωτερικό εκλείπει και όταν υπάρχει, οι άνθρωποι πάνε στα πάρκα, ξεχύνονται στην εξοχή και κάνουν ηλιοθεραπεία. Εκεί κατάλαβα γιατί ο ξένος έρχεται στην Ελλάδα, πέρα από το να δει τον Παρθενώνα, τη Μύκονο και κάποια πάλι εις μνήμην μέρη.

Τα τελευταία χρόνια παίζεις στην τηλεόραση. Φαντάζομαι ότι το κάνεις για βιοποριστικούς λόγους...

Κοίταξε, πάντα ήμουν ένας άνθρωπος που ποτέ δεν υποτίμησα την τηλεόραση. Τη θεωρώ ένα πάρα πολύ ισχυρό μέσο. Έχω δει εξαιρετικές σειρές παλαιότερα όπως Το μινόρε της αυγής ή η Αστροφεγγιά, που διαμόρφωσαν μία αισθητική τόσο όσον αφορά τους ηθοποιούς όσο και σκηνοθετικά, αλλά υπήρχαν και καλά κείμενα από διασκευασμένα μυθιστορήματα. Έχω και ατυχείς στιγμές στην τηλεόραση αλλά δεν την υποτίμησα ποτέ, ούτε την υποτιμώ. Ξέρω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο μέσο, δεν έχει καμία σχέση με τον κινηματογράφο, αλλά πολλές φορές με έχει βοηθήσει να επιβιώσω σε στιγμές που δεν είχα δουλειά στο θέατρο, χωρίς να είμαι από τους ανθρώπους που πληρώνομαι καλά. Υπάρχει μία μεγάλη ανισότητα στην τηλεόραση. Είναι δύο τρεις πρωταγωνιστές που πληρώνονται αδρά και οι άλλοι που παίρνουν τα υπόλοιπα. Αυτή είναι η αντίληψη των καναλιών, ότι κάποιοι πουλάνε και κάποιοι όχι. Το οποίο αλλάζει και αυτό. Στην τηλεόραση όμως ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα δεν έχω βαρεθεί, αλλά έχω κουραστεί από τις συνθήκες που επικρατούν εκεί. Από το «κάθε πέρσι και καλύτερα». Ενώ στο θέατρο συχνά βαριέμαι. Στην τηλεόραση πολλές φορές με κουράζουν και τα λόγια που λέω και επαναλαμβάνονται και είναι ηλίθια.

Υποθέτω ότι ως ηθοποιός ψάχνεσαι. Ότι έχεις ακόμα αναζητήσεις.


Πιστεύω πως είμαι ένας άνθρωπος που φέρει μία ενέργεια, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, ένας άνθρωπος με συμπάθειες και αντιπάθειες, πράγμα που το θεωρώ πολύ θετικό. Το ενδιάμεσο το θεωρώ βαρετό. Αλλά πριν εγκαταλείψω αυτό το επάγγελμα, επιζητώ να κάνω κάτι στο θέατρο που να το θέλω πάρα πολύ. Αλλά αυτό χρειάζεται και στήριξη και ενίσχυση από κάποιον, έλα όμως που δεν ξέρω και τι θέλω. Να πω, ρε παιδί μου, αυτό το ήθελα τόσο πολύ! Είμαι από το ’84 στο επάγγελμα. Ποτέ δεν είπα θέλω να παίξω αυτό.

Να παίξεις Άμλετ, για παράδειγμα;

Ω, Παναγία μου! Ίσα ίσα όλοι αυτοί οι μεγάλοι ρόλοι πάντα με φόβιζαν και αισθανόμουν ότι ήθελε γερά … για να τους παίξεις. Αλλά εδώ στην Ελλάδα τους παίζουμε και τους βάζουμε και στο βιογραφικό μας. Το μόνο που θέλω είναι να πω στον εαυτό μου ότι έκανα κάτι που ήθελα και όχι κάτι που αναγκάστηκα εκ των πραγμάτων ελλείψει άλλης πρότασης. Η αίσθηση όμως ότι κάνεις τον κόσμο να γελάει είναι η μεγαλύτερη ηδονή που ένιωσα στο θέατρο. Όταν για κάποιες στιγμές έκανα τους άλλους να γελάνε σε ένα έργο με στοιχεία μαύρης κωμωδίας.



Επιδιώκεις ο ίδιος να παίζεις μόνο σε δραματικά έργα;


Όχι. Είναι το φαίνεσθαι. Και με στενοχωρεί όταν άνθρωποι που με ξέρουν δεκαπέντε είκοσι χρόνια με ξαναφωνάζουν για να παίξω τον ίδιο ρόλο. Δυστυχώς στη δουλειά μας είσαι γι’ αυτό που φαίνεται. Έχεις μία μελαγχολία, έναν προβληματισμό, ένα βάρος; σου δίνουν να παίξεις τέτοια πράγματα. Κανείς δεν ρισκάρει μία ανατροπή με έναν ηθοποιό, επειδή όλοι φοβούνται την αποτυχία. Πιστεύω πως είμαστε πολύ συντηρητικοί. Και το ελληνικό κοινό είναι συντηρητικό. Δεν πρέπει να το ενοχλείς. Αν κάνεις τον γκέι στο θέατρο σοβαρά ή στην τηλεόραση, θα ενοχληθεί. Αν τον κάνεις γραφικά και τον κοροϊδέψεις θα έχεις σουξέ. Από την εμπειρία μου πιστεύω ότι το ελληνικό κοινό είναι πάρα πολύ συντηρητικό και θέλει να βλέπει πράγματα εντελώς διαφορετικά από αυτά που ζει! Και δεν βγάζω τον εαυτό μου απέξω. Πιστεύω ότι ο Έλληνας είναι ρατσιστής. Η ελληνική φιλοξενία είναι μύθος. Το έχω βιώσει έχοντας μία γυναίκα από άλλη χώρα. Το τι έχει τραβήξει και τι τραβάει καθημερινά σε όλα τα επίπεδα. Δεν με είχε απασχολήσει πριν. Νόμιζα και εγώ πως είμαστε φιλόξενος λαός. Έχω αισθανθεί ωστόσο πιο φιλόξενο τον Γερμανό και τον Σουηδό. Το πώς με έχουν αντιμετωπίσει εδώ σε δημόσια υπηρεσία; Άσ’ το καλύτερα.

Πολιτικά πού ανήκεις;


Έχω ψηφίσει διάφορα κόμματα. Δεν θα ψήφιζα ποτέ ΚΚΕ, αλλά θα ψήφιζα την Λιάνα Κανέλλη, επειδή μου ασκεί τρομερή γοητεία. Προέρχομαι από ένα συντηρητικό περιβάλλον, έκανα προσπάθειες να πάω προς τα αριστερά, κατάφερα μία φορά να φτάσω μέχρι τον Συνασπισμό, αλλά δεν μπόρεσα να μείνω εκεί, επειδή μου κάνει πολύ ιντελεκτουέλ! Έχω ψηφίσει πρόσωπα και όχι κόμματα και εδώ στην Ελλάδα λειτουργεί πάρα πολύ αυτό. Πιστεύω ότι τη Νέα Δημοκρατία την κρατάει ο Καραμανλής, η προσωπικότητά του και η προσπάθειά του. Όχι όμως ότι δεν υπάρχουν και άλλοι αξιόλογοι άνθρωποι. Δεν είναι φοβερό να βλέπεις ότι έχει πτώση η ΝΔ αλλά σε δημοτικότητα είναι πρώτος ο Καραμανλής; Και ότι τώρα ξαφνικά ο Συνασπισμός πήγε από το 4 στο 15%, επειδή υπάρχει το πρόσωπο ενός νέου ανθρώπου;

Αυτό όμως δεν δείχνει πολιτική ανωριμότητα;

Μπορεί αλλά θα ψήφιζα και εγώ ΚΚΕ λόγω της Κανέλλη. Δεν θα μπορούσα να είμαι πολιτικός, πάντως. Με τίποτα.

Θεωρώ ότι οι ηθοποιοί αλλά και καλλιτέχνες γενικότερα δείχνετε μία δουλικότητα απέναντι στους κριτικούς τέχνης των μεγάλων ΜΜΕ. Συμφωνείς;

Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή πρέπει να τους αποδώσεις τιμές ανεξάρτητα από αυτό που σου γράφουν και στην πορεία θα αλλάξουν. Δηλαδή πολλές φορές σε τιμωρούν, αν δεν τους αποδώσεις τις τιμές. Αυτό έχει να κάνει με το «Γεια σας, κύριε Σβωλόπουλε! Τι κάνετε; Πώς είστε;». Βλέπω στο θέατρο, όταν έρθει ένας κριτικός, πώς επηρεάζονται οι ηθοποιοί και αναρωτιέμαι γιατί συμβαίνει αυτό. «Γιατί δεν ήρθε ο Τάδε;», «Γιατί δεν έγραψε ο Δείνα;» με ρωτάει κάποιος συνάδελφος και απαντάω «απλά επειδή δεν με πάει». Πάντως δεν μπορώ να πω πως ήμουν ποτέ ευνοούμενος των κριτικών, αλλά πιστεύω ότι η κριτική στην Ελλάδα έχει να κάνει πολύ με το υποκειμενικό στοιχείο, με τη συμπάθεια και πολλές φορές με σκοπιμότητα.

Η ενασχόλησή σου όλα αυτά τα χρόνια με το θέατρο είχε περισσότερο χαρά και μέθεξη παρά βάρος και βάσανα;


Για μένα υπήρξαν ωραίες στιγμές που ήταν περισσότερες σε κάποια παράσταση αλλά η μέθεξη… Θα έλεγα ότι πιο πολύ έχω βασανιστεί σε αυτή τη δουλειά. Ότι έχω υποφέρει ως διαδικασία. Πιθανόν οι άνθρωποι που παίζουν σε κωμωδίες να περνάνε καλύτερα, αν και το θεωρώ πολύ πιο δύσκολο είδος.

Τι σε ενοχλεί περισσότερη στη σημερινή εικόνα της ελληνικής κοινωνίας;


Αυτό που με ενοχλεί είναι η μαγκιά και η βάρβαρη συμπεριφορά στον δρόμο. Αυτό το κουτοπόνηρο του Έλληνα. Το «δε βαριέσαι». Αλλά κυρίως η μαγκιά. Οδηγώ τα τελευταία 4 χρόνια και βιώνω διαφορετικά αυτό το φαινόμενο. Το απλωμένο χέρι έξω από το αυτοκίνητο. Τη μαγκιά που περνάει όμως σε όλα τα επίπεδα. Ακόμη και στην πολιτική βλέπεις στα παράθυρα κάποιους να λένε: «Έλα, μωρέ, τώρα, εντάξει!». Αποβλήθηκε η Ελλάδα από το πρωτόκολλο της συνθήκης του Κιότο ως η μόνη χώρα στον κόσμο που δεν έχει αξιόπιστο σύστημα καταγραφής των ρύπων και έλεγε ο Σουφλιάς «εντάξει, δεν είναι τίποτα αυτό, μην είμαστε υπερβολικοί! Δεν τρέχει τίποτα!» Κατάλαβες; Ενώ χθες στις ειδήσεις η καγκελάριος της Γερμανίας Μέρκελ δήλωσε πως οι Γερμανοί πρέπει να αποκτήσουν υβριδικά αυτοκίνητα. Μία χώρα που έχει βαριά συμβατική αυτοκινητοβιομηχανία. Είμαι βέβαιος ότι πολύ σύντομα οι Γερμανοί, επειδή έχουν αυτή την πειθαρχία, θα έχουν όλοι υβριδικά αυτοκίνητα για να προστατεύσουν το περιβάλλον τους. Από την άλλη μεριά, όταν έβλεπα στις εκλογές να κατεβαίνουν από την Κηφισιά οι ρυπογόνες τζιπάρες με τις σοσιαλιστικές σημαίες, γελούσα.

Ποια είναι η ιδανική συνθήκη ζωής για σένα;


Να μπορούσα να έλειπα μισό χρόνο από αυτή την πόλη. Θα μου άρεσε να έχω ένα σπίτι στη Σύρο. Θεωρώ αυτή την πόλη κανιβαλική και άσχημη από πολλές πλευρές, με εξαίρεση δύο τρία σημεία της. Είναι απάνθρωπη πόλη. Δεν έχει πράσινο, δεν έχει πού να περπατήσεις. Μένω στη Νέα Ιωνία. Πού να περπατήσω; Ας είχα και δύο δωμάτια μόνο σε ένα νησί και την πολυτέλεια να δουλεύω μόνο έξι μήνες. Αυτό, και όχι να παίξω κάποιον μεγάλο τραγικό ρόλο.

Παράθεση άρθρου Εκτύπωση Αποστολή σε φίλο

Users' Comments (1) RSS feed comment
Posted by Κοσσυβάκη, on 04-09-2009 18:24, , Registered
1. περί ήθους
όμορφα...δεν αναφέρομαι σε όλα, αλλά στο γεγονός ότι αυτό που εκτίμησα στην Αίθουσα του Θρόνου μοιάζει να είναι και στην ουσία της καρδίας του...
 
» Αναφορά του σχολίου στον administrator
» Απάντηση σε αυτό το σχόλιο...

Προσθήκη σχολίου



mXcomment 1.0.9 © 2007-2010 - visualclinic.fr
License Creative Commons - Some rights reserved
PDF